Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

Ρίτσος 100 χρόνια από τη γέννησή του

Αξίζει να σκύβουμε στους στίχους του ποιητή,
να ξεδιψάμε από το γάργαρο νερό της κρήνης του.
Είναι ο ποιητής που δείχνει ξεκάθαρα
τι είναι άνθρωπος και τι όχι,
τι είναι να αγωνίζεσαι για την ελευθερία και την ειρήνη.

(ακολουθούν αποσπάσματα από έργα του)

Ρωμιοσύνη

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ΄ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές ου και τ’ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.

Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους.
Έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμό
κ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

Οι νεκροί που κάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί, προσμένουνε την ώρα,
δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση.

Τελευταία προ ανθρώπου εκατονταετία

Έμπαινε η Άνοιξη. Κι οι καμινάδες
σα δάχτυλα χοντρά μαυρισμένα απ’ τα πολλά τσιγάρα
σε μεγάλες αγρύπνιες δουλειάς
δείχνουν κάπου ψηλά απ’ τα σύννεφα.

Κι η πινακίδα, ξύλινη τετράγωνη, στη διασταύρωση εκεί:
«Από δω προς τον ήλιο».Μεθαύριο
που θα περνάνε μεσ’ στον ήλιο με σημαίες κ’ εργαλεία
μπορεί και κάποιος να σταθεί μια σύντομη στιγμή και να ρωτήσει:
«Ποιος ν'άγραψε με τόσο αδέξια γρράμματα τούτη την πινακίδα;»
και κάποιος άλλος ίσως να θυμάται και να πει
«Ο Γιάννης Ρίτσος, ποιητής της τελευταίας προ ανθρώπου εκατονταετίας».


Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού

Το φεγγάρι σκόνταψε στις πυκνές ιτιές κι έπεσε στο χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά
κι όπου πατούν, αφήνουν κάτι μικρά φεγγάρια στο ποτισμένο χώμα.

Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί (από την εξορία,

η Βαγίτσα είναι μια 90χρονη εξόριστη)

Είναι όμορφος ο κόσμος Ζολιό
α ναι, είναι όμορφος ο κόσμος
όταν η γιαγιά Βαγίτσα ανεμίζει το μαύρο μαντήλι της
κάτω από τη μύτη του Χάροντα
τόσο όμορφος ο κόσμος που μπορούμε να πεθάνουμε
κρατώντας το μαντήλι της γιαγια-Βαγίτσας και χορεύοντας
για τη λευτεριά και την ειρήνη.

Πρωινό άστρο (στη νεογέννητη κόρη του)

Κοριτσάκι,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.

Θέλω να σου φέρω
ένα περιβολάκι
ζωγραφισμένο με λουλουδόσκονη
πάνω στο φτερό μιας πεταλούδας
για να σεργιανάει το γαλανό όνειρό σου.

Πάροδος (κατ’ οίκον περιορισμένος στη Σάμο)

Έφαγε το ψωμί του. Ήπιε κρύο σίδερο
δεν τόφαγε, τόβαλε στη φωτιά, τόλιωσε,
έφτιαξε δυο πουλιά, τους έβαλε για μάτια
τα τέσσερα κουμπιά απ’ το σακάκι του. Τα πουλιά
τα’απόθεσε στα πόδια του Ηνίοχου. Τότε
πρόσεξε ξάφνου πως δεν είχε χέρια. Τα χέρια του
είχαν κολλήσει στο σίδερο.


Ο Ρίτσος τιμήθηκε πάμπολλες φορές παγκοσμίως, μεταφράστηκε σε 40 γλώσσες, διακεκριμένοι συγγραφείς και επιστήμονες απ’όλο τον κόσμο του έπλεξαν εγκώμια, ο Γάλλος Αραγκόν σημειώνει «σαν ο ποιητής να κατείχε το μυστικό της ψυχής μου και σαν να ήξερε, μόνο αυτός, με ακούτε μόνο αυτός, να με συγκλονίζει έτσι».
Ο καλύτερος πάντως έπαινος έρχεται από τον Παλαμά:
«Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις».

αν θέλετε άλλο λίγο δοκιμάστε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια: